Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

30.11.13 (00.30)

Εκείνο το βράδυ την ώρα που ξεκόλλησα απ' την καρέκλα μου
μετά από χρόνια,
στην στροφή του προσωπικού μου χρόνου,
στο "φεύγω τώρα",
άκουσα πίσω από την πλάτη μου τον Ιάκωβο να γελά
-κρυμμένος σαν να περίμενε τούτη τη στιγμή.
"Μα πού πας; Αφού η ξενιτιά είναι μέσα σου" είπε σοβαρός.
Έκανα πως δεν άκουσα και τον αποχαιρέτησα με την πλάτη μου.
"Πάντως να ξέρεις πως το "πληγώθηκα" δεν είναι ίδιο με το "με πλήγωσαν".
Δεν έπρεπε να συναντηθούμε κείνο το βράδυ, Ιάκωβε.

Συμφωνημένο σημάδι 27.9.13 (2.00)

Πολλοί ευχήθηκαν να υπήρχε
έστω ένα συμφωνημένο σημάδι
κι ας μην ήταν γλυκό σαν φιλί,
πένθιμο σαν μαύρο ιστίο,
οξύ σαν πετεινού λαλιά,
παράδοξο σαν γύρισμα του ήλιου,
να δείξει όσα γίναμε και δεν βλέπουμε
-όπως οι νεκροί που δεν θωρούν το θάνατό τους.
Κι όσοι λέν' πως τα σημάδια ήταν πολλά
έπρεπε να τα νιώσουν για να τα δουν.
Κι όσοι λέν' πως τα σημάδια είχαν διαβάσει
περιφέρουν τις πεθαμένες προφητείες τους.
Τούτη η χώρα, μια αποθήκη κειμηλίων
που γέμισε σκουπίδια.
Όλα πια βρώμικα
-τα καλά και συμφέροντα,
ποια καλά και ποια συμφέροντα;
Το "μικρούτζικο έθνος" δεν χωρά τον αναστεναγμό μας,
οι κόμποι γέμισαν το χτένι
και ο κόρακας έβγαλε τα μάτια του κοράκου.
Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των ομοφύλων.
(Με αφορμή την παράσταση "Άσκηση:Σύσσημον" και το κείμενο του Ν. Παναγιωτόπουλου)

Π 21/9/13 (00.00)

Κι αυτό το "Π" που δεν ήταν για Πάντα αλλά για λίγο έφυγε
κι άφησε Πίσω του "Πώς;"
και "για Πόσο;"
και "Πάλι;".
Γιατί η Πίστη και η Πάλη δεν έχουν Πάντα Πρόσημο θετικό
κι έχουν από Παλιά γεννήσει Πληγές και Πένθος.
Κι αυτό το "Π" που μοιάζει Παρελθόν
είναι το αδυσώπητο Παρόν μας.

17.9.13 (14.00)

Αφού πενθήσαμε τα όνειρα, τις ιδέες, τους ανθρώπους,
Ας κρατήσουμε λίγα δάκρυα για τις φαντασιώσεις μας,
Που 'μειναν εικόνες νεκρές
Χωρίς σώματα
Χωρίς ηδονές
Χωρίς ρίγη κι οργασμούς.
Ας δώσουμε λίγο χρόνο στην απελπισία
Για τη λήθη του σώματος
Που δεν διεγείρεται πια από τις αναμνήσεις των αγγιγμάτων,
Δεν ερεθίζεται από τις μνήμες των άλλοτε εξαίσιων διεισδύσεων,
Δεν ξεσπά σε μοναχικά βογγητά
-απόηχους ερώτων που μοιάζαν παντοτινοί.

Τότε ίσως νιώσουμε πως δεν πενθήσαμε αρκετά
τα όνειρα, τις ιδέες, τους ανθρώπους...

1.7.13 (4.30)

Πάντα σκυμμένη πάνω από σένανε
-έτσι σε θυμάμαι.
Μόνο εκείνο το απόγευμα
είδα για πρώτη φορά το πρόσωπό σου,
όταν άρχισες να μιλάς για μια ιστορία
που είχε χρόνια τώρα παλιώσει
κι όμως επέμενες να την ξαναζείς.
-Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;
ρώτησα με το ηλίθιο ύφος που έχουν όλοι
όταν κάνουν αυτή την ερώτηση.
-Τα λόγια είναι για να λέγονται,
τα αισθήματα για να τα νιώθουμε,
οι απώλειες για να πενθούμε,
τα όνειρα για να αντέχουμε
και οι ιστορίες για να τις διηγούμαστε.
Είπες κι έφυγες.
Η ιστορία σου συνεχίστηκε
μέχρι που χάθηκες στη στροφή
και η φωνή σου ενώθηκε με τη βοή του δρόμου.

25.10.07

Θέλω μια μέρα βαθιά
να κολυμπήσω μέσα της
Μια παράλογη νύχτα,
για να σε κλάψω
Θά' θελα νά 'χα δυο σιωπές
να μπω ανάμεσα
Και μια αλήθεια πιο μικρή
να σ' αντικρίζω.

απώλειες 12.6.13 (1.30)

Μου κρατάς το χέρι,
αλλά το άλλο είναι αδειανό
-ανήμπορο,
ανίκανο να ζητήσει
όσα του λείπουν,
όσα κάποτε κρατούσε σφιχτά.
-Πάμε για ύπνο...
Για να μην ακούω τίποτα
ούτε τα γέλια ούτε τα κλάματα
ούτε τα τραγούδια ούτε τους στεναγμούς
ούτε το παράπονο του ναρκωμένου κόσμου.
Είμαι μια μικρή κουκίδα
στο χάρτη του έρωτα,
του πολέμου μέσα μου,
της φρίκης έξω.
Βυθίζομαι στην αυταπάτη του παράδεισου για δύο,
ξεχνάω και ξεχνιέμαι
μα η πραγματικότητα είναι εκεί και ουρλιάζει τις μεταμορφώσεις της.
Η μοναξιά δεν διαρκεί μόνο εκατό χρόνια,
στη ζυγαριά δεν μπαίνουν πια η ελευθερία και ο θάνατος,
δεν υπάρχουν κατά συνθήκην ψεύδη αλλά ψευδείς συνθήκες,
οι τύψεις είναι πιο ανίσχυρες απ' τον εγωισμό,
-Πάμε για ύπνο...
ο κόσμος χάνεται κι εγώ φοβάμαι μην σε χάσω...

που δύσην προς ανατολήν 7/6/13 (4.00)

''όσα δε ζήσαμε
 αυτά μας ανήκουν…''
(25η ραψωδία της Οδύσσειας -Τάσος Λειβαδίτης)

Τώρα, γλυκιέ μου,
ας κοιταχτούμε στα μάτια,
στα χέρια,
στα μυαλά.
Τώρα δεν χρειάζονται εξηγήσεις,
δικαιολογίες,
συγνώμες,
κλάματα,
γέλια και γελοιότητες.
Τώρα όλα ακολουθούν πορείες ανάστροφες
και οι γραμμές που τέμνονταν
γίναν παράλληλες,
τα λόγια,
τα τραγούδια,
οι εικόνες,
οι αναμνήσεις,
οι μοναξιές μας,
όσα δεν ζήσαμε και τώρα μας ανήκουν πιο πολύ.
Τώρα μηδενίσαμε,
αλλά κανείς μας δε θέλει να γράψει καινούρια χιλιόμετρα.

Λ.Κ. 30/5/2013

Την κοίταξε μέσα από τη φωτογραφία
-τόσο άγνωστος όσο το μέλλον-
κι έτρεξε χιλιάδες χιλιόμετρα
να κερδίσει το χρόνο που χάνεται,
να προλάβει μία ανομολόγητη συγκίνηση
που στάθηκε στα βλέφαρά της,
να αρχίσει απ' την αρχή.

Μα δεν είναι συναρπαστικά τα νεογέννητα αισθήματα,
τα ανείπωτα παραμύθια του μυαλού
με τους αληθινούς τους ήρωες,
οι μικροί καθημερινοί έρωτες του λεωφορείου,
τα μεταφυσικά σενάρια που ανατρέπει η ζωή,
εσύ στο ξημέρωμα κι εγώ στα μεσάνυχτα
και πώς γίνεται η εικόνα χίλιες λέξεις...

απαρα-μηλα 26.5.2013 (4.00)

Ο Μάιος μεγάλωσε
και το καλοκαίρι αργεί να έρθει.
Έτσι ζω διπλά,
βλέπω μες το σκοτάδι το φως σου
κι εσύ μες το φως το σκοτάδι μου,
τολμάω να με αγγίξεις
όπως και όπου θέλεις,
σου δείχνω τα σημάδια μου,
σου χαμογελάω κι ας μην το βλέπεις,
είμαι ερωτευμένη κι ας μην το ξέρεις,
ξαναρχίζω την πρόσθεση και τον πολλαπλασιασμό,
τραβάω την κουρτίνα,
για να ζήσουμε μαζί
αυτήν την αιωνιότητα
που κρύβεται από πίσω.

Κι ο Μάιος μοιάζει υπέροχα ατελείωτος.

Είναι η δοξαριά από χέρια αγαπημένα
που χωρίζει το χρόνο σε άπειρο,
είναι τα υγρά μάτια που περιμένουν
σαν νά 'ναι η πρώτη φορά,
είναι οι επτά πόρτες του σπιτιού
που τους χρωστάω από μια αποκάλυψη.

Είναι και το δικό σου το μαράζι
που το σκορπά ο αέρας μέσα στα φύλλα των δέντρων.

19.5.2013 (04.45)

Όταν δεν μπορούσε πια να χαίρεται
με την ευτυχία της
κατάλαβε πως δεν την αγαπούσε.
Όταν το χαμόγελό της άρχισε να γεμίζει
πίκρα το στόμα του
κατάλαβε πως ούτε να τη συγχωρέσει μπορούσε.
Όταν σταμάτησε να του λείπει
και η απουσία της έγινε βάλσαμο
κατάλαβε ότι κάτι φρικτό του είχε συμβεί
-είχε χάσει ένα κομμάτι του για πάντα.

30.4.2013 (2.20)

Τον γνώρισα από τον τρόπο που έγερναν οι ώμοι του,
όταν καθόταν στην προκυμαία.
Ο Ιάκωβος
με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια
έβγαζε φωτογραφίες με κλειστό το φακό.
Κλακ-κλακ, κλακ-κλακ, κλακ-κλακ...
Τα βήματά μου τον πλησίασαν στο ρυθμό.
''Μα τι κάνεις;'' του είπα σχεδόν προσβλητικά.
''Σσσσ! Φωτογραφίζω τις σκέψεις μου''.
Στάθηκα από πάνω του και κράτησα την ανάσα μου.
Προσπαθούσα να δω αυτό που φωτογράφιζε.
Πέρασαν πολλές ώρες
-μπορεί και μια ολόκληρη ζωή-
και δεν είπαμε τίποτα.
Σηκώθηκε απότομα,
μου έδωσε τη μηχανή του.
''Ίσως η μετά θάνατον ζωή
είναι η επιθυμία
να πούμε όσα δεν προλάβαμε,
να ζήσουμε όσα δεν ήρθανε,
να χωρέσουμε τα όνειρά μας μέσα στην αιωνιότητα''.
Είπε κι έφυγε στον ίδιο ρυθμό
-κλακ-κλακ, κλακ-κλακ, κλακ-κλακ...

Από τότε
ακόμα δεν τολμώ να εμφανίσω τις φωτογραφίες.

όταν δεν είσαι θλίψη 28.4.2013

Ύστερα από καιρό
θα σου δώσει ένα σημείωμα
που θα έχει λιώσει ο χρόνος
"τι γλυκιά η επιδεικτική αδιαφορία σου,
τι όμορφος ο πεισματάρικος θυμός σου,
τι απολαυστική η αμήχανη σιωπή σου''
και θά 'ναι όλα ψέματα,
αλλά δεν θα μπορείς ν' αδιαφορήσεις
ούτε να θυμώσεις
ούτε να σωπάσεις
γιατί θα έχουν μείνει ακόμη αλήθειες
που θα σε κοιτάνε κουρασμένες
απ' τα ατέλειωτα ταξίδια
μέσα στο μυαλό σου.

22.4.13 (1.15)

Η σιωπηλή γυναίκα των ονείρων μου
περπάτησε ένα σούρουπο πάνω στη θάλασσα
και στάθηκε απέναντι απ' την πόλη.
Έψαξε με το βλέμμα
δρόμους και σπίτια
και ανθρώπους
και αναμνήσεις
χαμένα
μέσα στην ομοιομορφία των χρωμάτων.
Ρώτησε με τα βλέφαρα
όσους ποτέ δε θ' απαντήσουν
όσα ποτέ δε θ' απαντηθούν.
Ρώτησε τόσο επίμονα
που πόνεσαν τα μάτια της.
Κι ύστερα έκλαψε
μέχρι που η αλμύρα των δακρύων της
νίκησε την αλμύρα της θάλασσας,
η πόλη ξεπλύθηκε από τις απώλειες
και η μέρα έπνιξε στο φως τις ερωτήσεις.

Ε 14.4.13 (2.00)

Μέσα στο σκοτάδι
τα γέλια
που σου αλλάζουν τα σωθικά,
ο ήχος απ' το μηχανάκι
που κρατάει το ίσο,
η μοναξιά σου
που τρέχει να κρυφτεί στο ξημέρωμα,
οι υποσχέσεις στον εαυτό σου
που λέγονται σαν προσευχές,
το απρόσμενο
που μηδενίζει το χρόνο,
τα φανάρια
που εγκληματούν εν αγνοία τους,
εσύ
που ξαναμπαίνεις στο κέντρο της ζωής σου.

13/4/13 (1.50)

"Θα κάνουμε μία συμφωνία.
Εγώ θα φύγω για πάντα
κι μόνο εσύ θα ξέρεις
ότι εσύ ήσουν ό,τι πιο σημαντικό
θα αφήσω πίσω μου" -είπε γελώντας
και χιλιάδες κρυμμένες για χρόνια αλήθειες
χύθηκαν καταπάνω μου
και μ' έγδαραν.

Κι έφυγε.
Κι άφησε ό,τι πιο σημαντικό.

Κι αυτό μίκραινε με τα χρόνια,
έγινε τόσο ασήμαντο
που δεν μπορούσε πια να κρατήσει
καμιά συμφωνία.