Αυτή η άσχημη πόλη
που αφήνω πάντα με ανεξήγητη θλίψη,
που μου ξυπνά μια τάση αναβολής φυγής,
που κρύβει πάντα ένα πάθος -σωστό ή λάθος-,
που αρνούμαιι και λαχταρώ ανομολόγητα,
που έχει εσένα.
Όσα ζω γίνονται άγνωστα
-μια σύντομη ζωή μέσα στην άλλη-
σαν πεταλούδα που περνά από το φως στη λησμονιά
μέσα στις λίγες ώρες της δικής της αιωνιότητας.
Κι έτσι, επιστρέφω
αμαρτωλός κι αμόλυντος
με κάτι απομεινάρια θύμησης
που φαντάζουν πιο μακρινά απ' τις αναμνήσεις.
Είναι όσα ποθήσαμε, ζήσαμε παθιασμένα
και σαν τον Πέτρο από φόβο αρνηθήκαμε.
Όσα πηγαινοέρχονται
μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας,
αυτή τη βολική αυταπάτη του εγωισμού,
πρωτόγονα καυλωτική,
καυλωτικά πρωτόγονη
σαν την άσχημη τούτη πόλη
που σε παγιδεύει στην ελευθερία μιας προσταγής
''κάνε ό,τι γουστάρεις''.