Ζούμε περιμένοντας
μην τύχει κι επαληθευθούν οι φόβοι μας.
Κι όχι σπουδαία πράγματα
-διαστροφές της νύχτας,
πλαστές απώλειες
γεννημένες από μοναξιά.
Κι απ' τ' άγνωστο.
Έτσι, κοιμόμαστε ντυμένοι
μήπως μας έβρει το κακό στον ύπνο,
η απόγνωση γυμνούς στο δρόμο.
Έτσι, λέμε αντίο, θα τα ξαναπούμε,
κι όσο κρατά το γύρισμα της πλάτης
χίλιους θανάτους βλέπουμε
που δεν θα μας αφήσουν.
Έτσι, κλείνουμε τα μάτια μας
σε κάθε γνωστό πόνο
-γίνεται, αλήθεια, πιο μικρός;-
'τι μας τρομάζει πιο πολύ
του φόβου μας ο φόβος.
Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009
Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009
Καθημερινές ανακρίβειες (20/6/2005)
Καθημερινές ανακρίβειες
που κοστίζουν πάντα
πολλές ώρες αγρύπνιας
–τα ''γιατί'' και ο πόνος
ακούραστος παλεύει
ο χρόνος
ανάμεσα σε όσα τότε ήσαν αληθινά
και τώρα απατηλά είδωλα των αναγκών μου.
Κι όσο δύσκολα αναπλάθεται το πρόσωπό σου στο νου μου
τόσο ξεθωριάζει η νοσταλγία του κορμιού σου.
Μα τα βράδια δεν μπορώ να μη σε θυμηθώ
ή έστω να νικηθώ απ’ την ιδέα σου
–το ποίημα που επαναλαμβάνει πριν τον ύπνο ο μαθητής
βδομάδες μετά τη γιορτή,
επίκτητη εξάρτηση.
Ύστερα, πρέπει να λύσω την όμορφη πλεξούδα που μου έφτιαξες.
Πόσο απέχει η στιγμή απ’ το μέλλον!
Πόσο απέχει η συνειδητοποίηση απ’ τη γαλήνη!...
που κοστίζουν πάντα
πολλές ώρες αγρύπνιας
–τα ''γιατί'' και ο πόνος
ακούραστος παλεύει
ο χρόνος
ανάμεσα σε όσα τότε ήσαν αληθινά
και τώρα απατηλά είδωλα των αναγκών μου.
Κι όσο δύσκολα αναπλάθεται το πρόσωπό σου στο νου μου
τόσο ξεθωριάζει η νοσταλγία του κορμιού σου.
Μα τα βράδια δεν μπορώ να μη σε θυμηθώ
ή έστω να νικηθώ απ’ την ιδέα σου
–το ποίημα που επαναλαμβάνει πριν τον ύπνο ο μαθητής
βδομάδες μετά τη γιορτή,
επίκτητη εξάρτηση.
Ύστερα, πρέπει να λύσω την όμορφη πλεξούδα που μου έφτιαξες.
Πόσο απέχει η στιγμή απ’ το μέλλον!
Πόσο απέχει η συνειδητοποίηση απ’ τη γαλήνη!...
Για την ανάμνηση του πόνου ή τον πόνο της ανάμνησης (17/8/2007)
Θέλω να μη θυμάμαι πώς ήταν,
όταν σε είχα μέσα μου,
αλλά δεν θέλω να το ξεχάσω.
Να είσαι ένα εισιτήριο που είχα
για σελιδοδείκτη
σ’ ένα βιβλίο που δεν τελείωσα ποτέ.
Τα βράδια απλώνω στον ουρανό
τα χωράφια της ψυχής μου
που όργωσες κι ύστερα τ’ άφησες
να χάσκουν άσπαρτα.
Και μοιάζουν ουλές σαν εκείνες
που από έρωτα χάραξα στα χέρια.
Εκείνες μόνη.
Αυτές εσύ.
Πονάω να σε σκέφτομαι.
Πονάω να σε ξεχνάω.
Πονάω γι’ αυτό το δύσκολο παιχνίδι για έναν.
‘Ησουν ο άγγελός μου,
όταν τα μεσημέρια κοιμόσουν,
μπρούμυτα,
κι έβλεπα όλου του κόσμου την ομορφιά
στα κλειστά σου βλέφαρα.
Μάντευα τα φτερά σου
κι έκλαιγα γι’ αυτό που τελικά έγινε.
όταν σε είχα μέσα μου,
αλλά δεν θέλω να το ξεχάσω.
Να είσαι ένα εισιτήριο που είχα
για σελιδοδείκτη
σ’ ένα βιβλίο που δεν τελείωσα ποτέ.
Τα βράδια απλώνω στον ουρανό
τα χωράφια της ψυχής μου
που όργωσες κι ύστερα τ’ άφησες
να χάσκουν άσπαρτα.
Και μοιάζουν ουλές σαν εκείνες
που από έρωτα χάραξα στα χέρια.
Εκείνες μόνη.
Αυτές εσύ.
Πονάω να σε σκέφτομαι.
Πονάω να σε ξεχνάω.
Πονάω γι’ αυτό το δύσκολο παιχνίδι για έναν.
‘Ησουν ο άγγελός μου,
όταν τα μεσημέρια κοιμόσουν,
μπρούμυτα,
κι έβλεπα όλου του κόσμου την ομορφιά
στα κλειστά σου βλέφαρα.
Μάντευα τα φτερά σου
κι έκλαιγα γι’ αυτό που τελικά έγινε.
25/11/2009
Αλήθεια,
υπάρχει πάντα ένα μικρό τέρμα
πριν το άπειρο,
ένα μικρό κάτι
πριν το τίποτα.
Και υπήρξαν πολλά που δεν ξανακοιτάξαμε
κι όμως, αξίζουν.
Κι άλλα που κοιτάμε
και δεν τ’ αξίζουν.
Αλλά όσο βλέπουμε
τόσο αξίζει να κοιτάμε.
υπάρχει πάντα ένα μικρό τέρμα
πριν το άπειρο,
ένα μικρό κάτι
πριν το τίποτα.
Και υπήρξαν πολλά που δεν ξανακοιτάξαμε
κι όμως, αξίζουν.
Κι άλλα που κοιτάμε
και δεν τ’ αξίζουν.
Αλλά όσο βλέπουμε
τόσο αξίζει να κοιτάμε.
U.K. MSN (28/1/2008)
Και δεν ήσουν παρά μια αναμέτρηση με τον εαυτό μου
κι όμως,
ήρθαν βραδιές που έτρεχε η καρδιά σου να με προλάβει
όσο η δική μου σ’ ακολουθούσε.
Ύστερα,
κατάλαβα πως έφευγες.
Ύστερα,
σταμάτησε το μέτρημα κι άρχισε η αναμέτρηση.
Κι έμειναν κάτι ξεχασμένα σεντόνια, άπλυτα, με τις μυρωδιές του κόσμου
από τα τόσα ταξίδια μας που έκανα μόνη.
Τις Κυριακές τα σύννεφα κολυμπάνε αλλοπρόσαλλα.
Σου άρεσαν οι Κυριακές
-αλήθεια σου άρεσαν;-
Και δεν ξυπνάνε πια τρομαγμένα τα μωρά.
Ούτε βλέπω τα περιστέρια στα κάγκελα
και το απέναντι παράθυρο πάντα κλειστό.
Ποιος ξέρει αν θα έχει ανοίξει.
Θα το κοιτάξω την άνοιξη.
Μπορεί και όχι.
κι όμως,
ήρθαν βραδιές που έτρεχε η καρδιά σου να με προλάβει
όσο η δική μου σ’ ακολουθούσε.
Ύστερα,
κατάλαβα πως έφευγες.
Ύστερα,
σταμάτησε το μέτρημα κι άρχισε η αναμέτρηση.
Κι έμειναν κάτι ξεχασμένα σεντόνια, άπλυτα, με τις μυρωδιές του κόσμου
από τα τόσα ταξίδια μας που έκανα μόνη.
Τις Κυριακές τα σύννεφα κολυμπάνε αλλοπρόσαλλα.
Σου άρεσαν οι Κυριακές
-αλήθεια σου άρεσαν;-
Και δεν ξυπνάνε πια τρομαγμένα τα μωρά.
Ούτε βλέπω τα περιστέρια στα κάγκελα
και το απέναντι παράθυρο πάντα κλειστό.
Ποιος ξέρει αν θα έχει ανοίξει.
Θα το κοιτάξω την άνοιξη.
Μπορεί και όχι.
Όταν θα γυρίσεις
Όταν θα γυρίσεις δεν θα υπάρχει τίποτα φτηνό.
Θα υπάρχει μόνο το εσύ και το εγώ.
Δε θα μετράμε τον καιρό με λάθη.
Και ό,τι φοβηθήκαμε θα ζει μα δεν θα υπάρχει.
Όταν θα γυρίσεις θα αντέχω ακόμα λίγο.
Θα είναι η σιωπή εγώ κι εγώ η σιωπή.
Έξι μερόνυχτα θα μιλάς για τον κόσμο.
Το έβδομο θ’ αναπαυτείς και θα σε πλάσω.
Όταν θα γυρίσεις θα έχουμε κρατήσει τις υποσχέσεις μας.
Δεν θα υπάρχει τόπος παρά μόνο χώρος ανάμεσά μας.
Θα τραγουδάμε ξαπλωμένοι και άρρωστοι.
Θα ξυπνήσουμε απόλυτοι και θα με κλάψεις.
Όταν θα γυρίσεις θα έχω αφήσει τα παπούτσια μου στο δρόμο.
Δεν θα γίνει τίποτα τυχαία ούτε σκόπιμα ούτε διαφορετικά.
Θα με αγγίξεις παντού εκτός από τα χέρια μου.
Οι σκέψεις σου και τα μαλλιά μου θα έχουν ασπρίσει.
Όταν θα γυρίσεις θα ξέρω λιγοστά ονόματα και διευθύνσεις.
Δεν θα ξανακοιμηθείς με ανοιχτές παλάμες.
Το παράθυρο θα δείχνει 12 –έξω θα ξημερώνει
Και θα κρατάς μισοστολισμένη την καρδιά μου.
Όταν θα γυρίσεις θα ήθελα να είμαι εκεί.
Θα υπάρχει μόνο το εσύ και το εγώ.
Δε θα μετράμε τον καιρό με λάθη.
Και ό,τι φοβηθήκαμε θα ζει μα δεν θα υπάρχει.
Όταν θα γυρίσεις θα αντέχω ακόμα λίγο.
Θα είναι η σιωπή εγώ κι εγώ η σιωπή.
Έξι μερόνυχτα θα μιλάς για τον κόσμο.
Το έβδομο θ’ αναπαυτείς και θα σε πλάσω.
Όταν θα γυρίσεις θα έχουμε κρατήσει τις υποσχέσεις μας.
Δεν θα υπάρχει τόπος παρά μόνο χώρος ανάμεσά μας.
Θα τραγουδάμε ξαπλωμένοι και άρρωστοι.
Θα ξυπνήσουμε απόλυτοι και θα με κλάψεις.
Όταν θα γυρίσεις θα έχω αφήσει τα παπούτσια μου στο δρόμο.
Δεν θα γίνει τίποτα τυχαία ούτε σκόπιμα ούτε διαφορετικά.
Θα με αγγίξεις παντού εκτός από τα χέρια μου.
Οι σκέψεις σου και τα μαλλιά μου θα έχουν ασπρίσει.
Όταν θα γυρίσεις θα ξέρω λιγοστά ονόματα και διευθύνσεις.
Δεν θα ξανακοιμηθείς με ανοιχτές παλάμες.
Το παράθυρο θα δείχνει 12 –έξω θα ξημερώνει
Και θα κρατάς μισοστολισμένη την καρδιά μου.
Όταν θα γυρίσεις θα ήθελα να είμαι εκεί.
30/1/2008
Ακούγονται κάτι αργά βήματα
Μέσα μου
Και μια σιωπηλή θάλασσα
Που σταματά στις τέσσερις
Δε φορούσε ποτέ νυχτικιά
Για ν’ αγαπιέται το σώμα της
Και κρυβόταν στις απουσίες
Και στα μάτια του
Το φθινόπωρο εκείνο
Άρχισε ένας ατέλειωτος χειμώνας
Είναι τότε που ο χρόνος δεν πηγαίνει ευθύγραμμα
Αλλά σε κύκλους
Και αναγεννιέσαι γερνόντας πιο γρήγορα
Και γερνάς κλαίγοντας πιο πολύ
Και κλαις μαθαίνοντας πιο πολλά
Και μαθαίνεις γερνόντας πιο γρήγορα
Μετά δεν ήθελε να θυμάται τίποτα
Μα ευτυχώς η μνήμη είναι αδυσώπητη.
Μέσα μου
Και μια σιωπηλή θάλασσα
Που σταματά στις τέσσερις
Δε φορούσε ποτέ νυχτικιά
Για ν’ αγαπιέται το σώμα της
Και κρυβόταν στις απουσίες
Και στα μάτια του
Το φθινόπωρο εκείνο
Άρχισε ένας ατέλειωτος χειμώνας
Είναι τότε που ο χρόνος δεν πηγαίνει ευθύγραμμα
Αλλά σε κύκλους
Και αναγεννιέσαι γερνόντας πιο γρήγορα
Και γερνάς κλαίγοντας πιο πολύ
Και κλαις μαθαίνοντας πιο πολλά
Και μαθαίνεις γερνόντας πιο γρήγορα
Μετά δεν ήθελε να θυμάται τίποτα
Μα ευτυχώς η μνήμη είναι αδυσώπητη.
Aταίριαστα (11/03/08)
Περπάτησε εκεί που περπατάει
Και ποιος ξέρει αν δεν ταίριαξαν τα βήματα πάνω στους δρόμους
Όπως τότε που το ένα κορμί άφηνε τα χνάρια του για να ξαπλώσει το άλλο
Ο ανεμιστήρας και η ζέστη πάλευαν να τα σβήσουν
Μα η επιθυμία έβγαινε πάντα κερδισμένη
Κοιμόντουσαν οι ανάσες η μία πάνω στην άλλη
-δεν είχε ακούσει μελωδία πιο όμορφη-
Το νερό που κυλούσε στο νιπτήρα και τα φώτα απόμακρα,
οι τοίχοι που αντηχούσαν τις ζωές των άλλων,
τα πράγματα στο δωμάτιο ποτισμένα μ’ έρωτα
κι απ’ το δρόμο έρχονταν τα απρόσμενα.
Πόσο αταίριαστα ήταν τελικά όλα.
Και ποιος ξέρει αν δεν ταίριαξαν τα βήματα πάνω στους δρόμους
Όπως τότε που το ένα κορμί άφηνε τα χνάρια του για να ξαπλώσει το άλλο
Ο ανεμιστήρας και η ζέστη πάλευαν να τα σβήσουν
Μα η επιθυμία έβγαινε πάντα κερδισμένη
Κοιμόντουσαν οι ανάσες η μία πάνω στην άλλη
-δεν είχε ακούσει μελωδία πιο όμορφη-
Το νερό που κυλούσε στο νιπτήρα και τα φώτα απόμακρα,
οι τοίχοι που αντηχούσαν τις ζωές των άλλων,
τα πράγματα στο δωμάτιο ποτισμένα μ’ έρωτα
κι απ’ το δρόμο έρχονταν τα απρόσμενα.
Πόσο αταίριαστα ήταν τελικά όλα.
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Φ (2-3 Δεκεμβρίου 2009)
Φοβόσουν μα τώρα φοβίζεις
Φώναζες -την αγάπη- μα τώρα σωπαίνεις -στο τι;-
Φανταζόσουν αλλιώτικα μα τώρα βολεύτηκες στα ίδια
Φανέρωνες νέους κόσμους μα τώρα ζεις σ' ένα μικρόκοσμο
Φιλούσες με στοργή μα τώρα έμεινε μόνο η οργή (πού πήγε το ''στ'' σου;)
Φερόσουν ξεχωριστά - τώρα απλά περιφέρεσαι
Φύτευες όνειρα - τώρα σε καλλιεργούν
Φαινόσουν μα δεν ήσουν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)