Και δεν ήσουν παρά μια αναμέτρηση με τον εαυτό μου
κι όμως,
ήρθαν βραδιές που έτρεχε η καρδιά σου να με προλάβει
όσο η δική μου σ’ ακολουθούσε.
Ύστερα,
κατάλαβα πως έφευγες.
Ύστερα,
σταμάτησε το μέτρημα κι άρχισε η αναμέτρηση.
Κι έμειναν κάτι ξεχασμένα σεντόνια, άπλυτα, με τις μυρωδιές του κόσμου
από τα τόσα ταξίδια μας που έκανα μόνη.
Τις Κυριακές τα σύννεφα κολυμπάνε αλλοπρόσαλλα.
Σου άρεσαν οι Κυριακές
-αλήθεια σου άρεσαν;-
Και δεν ξυπνάνε πια τρομαγμένα τα μωρά.
Ούτε βλέπω τα περιστέρια στα κάγκελα
και το απέναντι παράθυρο πάντα κλειστό.
Ποιος ξέρει αν θα έχει ανοίξει.
Θα το κοιτάξω την άνοιξη.
Μπορεί και όχι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου